Θεός και Επιστήμη.
Μία κλασική πορεία πνευματικής ανάπτυξης ενός ατόμου σε ένα σύγχρονο δυτικό κράτος είναι η εξής:
Στα πρώιμα χρόνια της ζωής συνήθως κάποιος είναι θρήσκος με την στενή έννοια του όρου. Δηλαδή πιστεύει στον Θεό, ο οποίος απλά είναι μία εικόνα ενός ανθρώπου με μεγάλη εξουσία. Ακολουθεί τα όποια τελετουργικά ακολουθούνται στην εκάστοτε χώρα γιατί απλά φοβάται και γιατί έτσι κάνουν οι γονείς και το περιβάλλον του.
Έρχεται μετά η φάση της εφηβείας. Τα χρόνια όπου αμφισβητεί κάποιος όλες τις αλήθειες που είχε μάθει μέχρι τότε. Μαθαίνει φυσική, μαθηματικά και αρχίζει και αμφισβητεί την θρησκεία με την στενή της έννοια. Πιστεύει απλά σε κάτι ανώτερο και το αφήνει εκεί.
Σε αυτήν την φάση μένει μέχρι να γεράσει όπου και ξαναεπιστρέφει στην πρώτη φάση γιατί έχει ανάγκη να στηριχτεί κάπου αντιμετωπίζοντας έτσι τον φόβο του θανάτου.
Παραλλαγές…
Α) Κάποιος να απορρίπτει τον θεό και ως παιδί.
Β) Κάποιος να μένει για πάντα στο πρώτο στάδιο.
Γ) Κάποιος από το δεύτερο στάδιο να περνάει στον απόλυτο αθεϊσμό.
Θα μπορούσα να αναπτύξω τις αιτίες που γίνονται αυτές οι παραλλαγές όπως επίσης να αναφέρω και άλλες αλλά ο στόχος και η σκέψη μου με πάνε αλλού.
Είναι τουλάχιστον αφελές κατά την προσωπική μου γνώμη να πιστεύει κάποιος πως η δική του άποψη είναι η σωστή. Και δυστυχώς ο άνθρωπος τα μόνα όπλα που έχει στην διάθεση του για μπορέσει να αποφανθεί για το εάν κάτι είναι σωστό η όχι είναι τα μαθηματικά και το πείραμα. ( θα χρησιμοποιήσω τον όρο μαθηματικά για να αναφέρομαι στην έννοια της επιστήμης και θα το κάνω αυτό για να καταδείξω πως εν τέλει αυτό που έχει σημασία για την επιστήμη είναι εάν κάποιες εξισώσεις στις οποίες καταλήγει μία θεωρία έχουν λύση η όχι. Όσο περνάει ο χρόνος γίνονται και πιο πολύπλοκες για να μπορέσουν να χωρέσουν και φαινόμενα πιο σύνθετα όπως αυτό της ζωής αλλά ο βασικός τους περιορισμός παραμένει. Είναι εξισώσεις και μαθηματικά. Και τα μαθηματικά εξ ορισμού είναι όντα ατελή και χωρίς νόημα εάν κάποιος δεν κάνει κάποιες αυθαίρετες υποθέσεις πριν ξεκινήσει.) Εάν κάποιος δεν κάνει κάποτε ένα πείραμα που να αποδείξει πως δεν υπάρχει θεός κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πως ξέρει την απάντηση.
Δυστυχώς είναι συχνό το φαινόμενο οι θετικοί επιστήμονες να θεωρούν τους εαυτούς τους παντογνώστες και οτιδήποτε άλλο, απόψεις ανθρώπων, που απλά δεν ξέρουν, και για αυτό λένε ότι λένε. Θα ήθελα να υπενθυμίσω εδώ σε αυτούς τους μαθηματικούς, φυσικούς, ανθρώπους της θετικής σχολής πως η επιστήμη τους ξεκίνησε από κάποιους ανθρώπους σαν και αυτούς που τώρα θεωρούν πως δεν ξέρουν τίποτα. Ο πρώτος επιστήμονας ήταν αυτός που απλά σκεπτόταν κριτικά και διαφορετικά. Αυτός που αμφισβητούσε. Αυτός που υποστήριζε τα λεγόμενα του με πολύπλοκα συστήματα σκέψης χωρίς καν να έχουν ανακαλυφθεί ακόμα το πείραμα και τα μαθηματικά.
Με λύπη μου δυστυχώς παρακολουθώ την οίηση της θετικής σκέψης ακόμα και κορυφαίων εκπροσώπων αυτής, κάποιων αμόρφωτων αποφοίτων του μαθηματικού που έχουν μείνει ακόμα στα χρόνια του Καρτέσιου και του λογικισμού. Η σκέψη έχει προχωρήσει πολύ από τότε. Η θετική προσέγγιση στα πράγματα είμαι μόνο η μία οπτική των πραγμάτων και αλίμονο εάν δεν μπορούσαμε να κοιτάξουμε τα μυστήρια της φύσης και από άλλο πρίσμα.
Δυστυχώς όποιος είναι φανατικά άθεος είναι τόσο θρήσκος όσο και ο θεοσεβούμενος. Το να καταλήξεις πως δεν υπάρχει θεός είναι πολύ πιο απλό από το να εμβαθύνεις την σκέψη σου προσπαθώντας απλά να καταλάβεις...
Εγώ δυστυχώς είμαι τελείως εγκλωβισμένος στον θετικό τρόπο σκέψης μου και άλλωστε οι γνώσεις μου σε θέματα φιλοσοφικά είναι μηδαμινές για να μπορέσω να εκπροσωπήσω την άποψη ενός που πιστεύει. Άλλωστε εάν δεν κάνω λάθος πολλά κομψοτεχνήματα της φιλοσοφικής μας σκέψης έχουν τοποθετήσει σε κυρίαρχη θέση το Ον, τον Θεό, το Είναι. Παράδειγμα νομίζω είναι αυτό του Χέγκελ. Ενός από τους μεγαλύτερους συγχρόνους φιλοσόφους.
Οι γνώσεις κάποιου κορυφαίου επιστήμονα θετικής σχολής στο ζήτημα του θεού, της ζωής, του θανάτου, του χρόνου, της ύπαρξης είναι μηδαμινές εάν δεν έχει μελετήσει και σκεφτεί κάτι σχετικά με αυτά. Έχω παρακολουθήσει πολλές συζητήσεις και επιχειρηματολογίες κορυφαίων φυσικών που βρίσκονταν απέναντι από κορυφαίους φιλοσόφους, θεωρητικούς της σκέψης. Τα μόνο που συνήθως μπορεί να δει κάποιος από το κονταροχτύπημα ενός άθεου θετικού επιστήμονα και ενός ένθεου θεωρητικού είναι πως στο τέλος, αυτός που βρίσκεται σε αμηχανία είναι ο εκπρόσωπος της μονόπλευρης θετικής σχολής, γιατί χάνει μία μία την βεβαιότητα των επιχειρημάτων του και βρίσκεται στο κενό της άγνοιας. Συναίσθημα καθόλου ευχάριστο για έναν μαθηματικό αλλά απολύτως οικείο σε έναν που ασχολείται με ζητήματα τέτοιας φύσης. Να πω εδώ πως οι τρικλοποδιές με τις οποίες νομίζουμε πως θα στριμώξουμε στην γωνία κάποιον ένθεο παρακάμπτονται πανεύκολα από κάποιον που έχει σκεφτεί απλά παραπάνω από εμάς.
Ο καθένας θα πρέπει να γνωρίζει τα βασικά της θετικής συνεισφοράς σε έναν κόσμο όπουο υλισμός κυριαρχεί και θα κυριαρχεί. Η σχετικότητα, η κβαντική μηχανική οι πιθανότητες είναι παντού γύρω μας και είναι αυτά που έφτιαξαν τον κόσμο γύρω μας. Όμως για ζητήματα πιο πολύπλοκα ας είμαστε καλύτερα και λίγο ταπεινοί, να χρησιμοποιούμε τις επιστημονικές μεθόδους ως εκεί που φτάνουν οι δυνατότητες τους και όχι παραπέρα και ας είμαστε και λίγο σκεπτικιστές σταματώντας να νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα. Ένας σωστός επιστήμονας προφέρει πιο συχνά από οποιονδήποτε άλλον την φράση ‘δεν ξέρω’.